αἶνοι

αἶνος
tale
masc nom/voc pl (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίνοι — οι 1) хвалите или хвалитны – стихиры, поющиеся преимущественно на утрене. Названы так потому, что припеваются к ним стихи из псалма 150, начинающиеся словами: «хвалите», например, «хвалите Бога во святых Его»: «αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αίνοι — Ονομασία των τριών τελευταίων ψαλμών του Ψαλτηρίου (ρμη’, ρμθ’, ρν’). Την ονομασία τους οφείλουν στο προτρεπτικό «αινείτε», με το οποίο αρχίζουν οι περισσότεροι στίχοι τους. Στην εποχή του Χριστού αποτελούσαν μέρος της πρωινής λατρείας της… …   Dictionary of Greek

  • αἰνοί — αἰνός dread masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἶνοι — Αἶνος tale masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • αίνος — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Αρχαία πόλη της Θράκης (την αναφέρει ο Όμηρος) στις εκβολές του Έβρου, στην τουρκική σήμερα όχθη του. Φαίνεται πως πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή είχε αποικιστεί από Αιολείς της κυρίως Ελλάδας και των νησιών. Τα… …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ινδουισμός — Η κυριότερη ινδική θρησκεία, που δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση άριων δοξασιών, λαϊκών μορφών λατρείας και βραχμανισμού. H διαμόρφωση αυτού του θρησκευτικού συγκρητισμού έγινε σε συνάρτηση με τη στρατιωτική επέκταση προς τα ανατολικά και τα… …   Dictionary of Greek

  • ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • εωθινά — τα тропари утрени, относящиеся к чтению воскресного Евангелия на утрени: славники (см. δοξαστικό), хвалитны (см. αίνοι). Тропари называются εωθινά «утренние», потому что относятся к Воскресению Христа, которое произошло на восходе солнца (κατα… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.